Εκκολπωματίτιδα είναι η φλεγμονή ενός ή περισσότερων εκκολπωμάτων του παχέος εντέρου. Συνήθως εμφανίζεται στο σιγμοειδές, δηλαδή στο αριστερό τμήμα του παχέος εντέρου, και μπορεί να προκαλέσει πόνο χαμηλά αριστερά στην κοιλιά, πυρετό, ρίγος, ναυτία ή αλλαγές στις κενώσεις.
Η διάγνωση γίνεται με κλινική εξέταση, αιματολογικό έλεγχο και, όταν υπάρχει υποψία οξείας εκκολπωματίτιδας, με αξονική τομογραφία κοιλίας και πυέλου. Η κολονοσκόπηση δεν γίνεται συνήθως στην οξεία κρίση, αλλά μπορεί να προγραμματιστεί μετά την υποχώρηση της φλεγμονής, όταν υπάρχει ένδειξη.
Η θεραπεία εξαρτάται από τη βαρύτητα της νόσου. Ήπια επεισόδια μπορεί να αντιμετωπιστούν συντηρητικά, ενώ επιπλεγμένη ή υποτροπιάζουσα εκκολπωματίτιδα μπορεί να χρειαστεί χειρουργική αντιμετώπιση, συνήθως με λαπαροσκοπική ή ρομποτική σιγμοειδεκτομή, όταν υπάρχει σαφής ένδειξη.
Εκκολπωματίτιδα με μια ματιά
Η εκκολπωματίτιδα είναι φλεγμονή σε μικρούς θυλάκους του παχέος εντέρου, που ονομάζονται εκκολπώματα.
Συχνότερα προκαλεί πόνο χαμηλά αριστερά στην κοιλιά, πυρετό, ρίγος, φούσκωμα, ναυτία ή αλλαγές στις κενώσεις.
Η βασική εξέταση στην οξεία φάση είναι η αξονική τομογραφία, γιατί δείχνει αν υπάρχει απλή φλεγμονή ή επιπλοκή, όπως απόστημα, διάτρηση ή στένωση.
Η θεραπεία μπορεί να είναι συντηρητική ή χειρουργική, ανάλογα με τη βαρύτητα του επεισοδίου, τα ευρήματα της αξονικής και τη γενική κατάσταση του ασθενούς.
Χειρουργείο δεν χρειάζεται σε κάθε ασθενή. Συζητείται όταν υπάρχουν επιπλοκές, αποτυχία συντηρητικής αγωγής ή υποτροπές που επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής.
Τι είναι το παχύ έντερο;
Το παχύ έντερο ή κόλον είναι το τελικό τμήμα του πεπτικού σωλήνα. Απορροφά νερό και συμβάλλει στη δημιουργία και αποβολή των κοπράνων.
Ακριβώς πριν από το ορθό βρίσκεται το σιγμοειδές, ένα τμήμα του παχέος εντέρου που εντοπίζεται χαμηλά και αριστερά στην κοιλιά. Σε αυτή την περιοχή εμφανίζονται συχνότερα τα εκκολπώματα και οι κρίσεις εκκολπωματίτιδας.
Τι είναι η εκκολπωματίτιδα;
Τα εκκολπώματα είναι μικρές προβολές του τοιχώματος του παχέος εντέρου, που μοιάζουν με μικρούς θυλάκους ή «σακουλάκια». Η παρουσία εκκολπωμάτων ονομάζεται εκκολπωμάτωση.
Η εκκολπωμάτωση είναι συχνότερη με την αύξηση της ηλικίας και πολλές φορές δεν προκαλεί κανένα σύμπτωμα. Σε αρκετούς ασθενείς ανακαλύπτεται τυχαία, σε κολονοσκόπηση ή άλλη εξέταση του παχέος εντέρου.
Όταν όμως μέσα σε ένα εκκόλπωμα παγιδευτούν κόπρανα ή αναπτυχθεί τοπική φλεγμονή, τότε δημιουργείται εκκολπωματίτιδα. Η εκκολπωματίτιδα μπορεί να είναι ήπια, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εξελιχθεί σε πιο σοβαρή κατάσταση.
Τι προβλήματα μπορεί να προκαλέσει η εκκολπωματική νόσος;
Στους περισσότερους ανθρώπους τα εκκολπώματα παραμένουν ασυμπτωματικά. Όταν όμως παρουσιαστεί φλεγμονή, η εκκολπωματίτιδα μπορεί να προκαλέσει πόνο, πυρετό και τοπική ευαισθησία στην κοιλιά.
Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν επιπλοκές, όπως απόστημα, διάτρηση, περιτονίτιδα, συρίγγιο, στένωση του εντέρου ή αιμορραγία. Αυτές οι καταστάσεις χρειάζονται άμεση ιατρική αξιολόγηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, χειρουργική αντιμετώπιση.
Συμπτώματα οξείας εκκολπωματίτιδας
Η οξεία εκκολπωματίτιδα εκδηλώνεται συνήθως με έντονο, σταθερό πόνο χαμηλά αριστερά στην κοιλιά. Ο πόνος μπορεί να επιμένει και συχνά να επιδεινώνεται με την πάροδο των ωρών.
Συχνά συνοδεύεται από πυρετό, ρίγος, ευαισθησία ή «σκληρία» στην ψηλάφηση της κοιλιάς. Πολλοί ασθενείς αναφέρουν επίσης φούσκωμα, αίσθημα πίεσης, ναυτία, δυσκοιλιότητα ή διάρροια.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστεί αίμα στα κόπρανα, αν και η αιμορραγία δεν είναι το συχνότερο σύμπτωμα της οξείας εκκολπωματίτιδας.
Πότε τα συμπτώματα είναι επείγοντα;
Ο ασθενής πρέπει να αναζητήσει άμεση ιατρική αξιολόγηση όταν υπάρχει:
Έντονος και επίμονος πόνος στην κοιλιά
Υψηλός πυρετός ή ρίγος
Έντονη κακουχία
Κοιλιά που γίνεται σκληρή ή «σαν σανίδα»
Συνεχής έμετος ή αδυναμία λήψης υγρών
Αδυναμία αποβολής αερίων ή κοπράνων
Αίμα στα κόπρανα
Επιδείνωση των συμπτωμάτων παρά την αγωγή
Αυτά τα σημεία μπορεί να υποδηλώνουν απόστημα, διάτρηση, περιτονίτιδα ή άλλη επιπλοκή και χρειάζονται άμεση εκτίμηση από γιατρό ή χειρουργό.
Πώς γίνεται η διάγνωση της οξείας εκκολπωματίτιδας;
Η διάγνωση ξεκινά με το ιστορικό και την κλινική εξέταση. Ο γιατρός αξιολογεί τη θέση και την ένταση του πόνου, την ύπαρξη πυρετού, την ευαισθησία της κοιλιάς και τη γενική κατάσταση του ασθενούς.
Συνήθως ακολουθεί αιματολογικός έλεγχος, όπως γενική αίματος, CRP και άλλοι δείκτες φλεγμονής. Οι εξετάσεις αυτές βοηθούν να εκτιμηθεί η ένταση της φλεγμονής, αλλά δεν αρκούν από μόνες τους για ασφαλή διάγνωση.
Η βασική απεικονιστική εξέταση στην οξεία εκκολπωματίτιδα είναι η αξονική τομογραφία κοιλίας και πυέλου. Με την αξονική μπορεί να επιβεβαιωθεί η διάγνωση και να φανεί αν υπάρχει απλή φλεγμονή ή επιπλοκή, όπως απόστημα, διάτρηση, ελεύθερος αέρας ή στένωση.
Γίνεται κολονοσκόπηση στην οξεία κρίση;
Η κολονοσκόπηση δεν γίνεται συνήθως στην οξεία φάση της εκκολπωματίτιδας, γιατί το έντερο είναι φλεγμαίνον και υπάρχει κίνδυνος επιδείνωσης ή τραυματισμού του πάσχοντος σημείου.
Μετά την υποχώρηση της φλεγμονής, μπορεί να προγραμματιστεί κολονοσκόπηση, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για πρώτο επεισόδιο, επιπλεγμένη εκκολπωματίτιδα, ύποπτα ευρήματα στην αξονική ή όταν δεν έχει προηγηθεί πρόσφατος έλεγχος του παχέος εντέρου.
Η κολονοσκόπηση βοηθά να αποκλειστούν άλλες παθήσεις που μπορεί να μιμούνται την εκκολπωματίτιδα, όπως φλεγμονώδης νόσος του εντέρου ή νεοπλασία.
Πώς θεραπεύεται η εκκολπωματική νόσος;
Η θεραπεία εξαρτάται από το αν ο ασθενής έχει απλή εκκολπωμάτωση, ήπια μη επιπλεγμένη εκκολπωματίτιδα ή επιπλεγμένη νόσο.
Στην απλή εκκολπωμάτωση, χωρίς οξεία φλεγμονή, βασικός στόχος είναι η ρύθμιση της λειτουργίας του εντέρου. Η διατροφή με επαρκείς φυτικές ίνες, η καλή ενυδάτωση, η σωματική δραστηριότητα και η αποφυγή δυσκοιλιότητας μπορεί να βοηθήσουν στη μείωση ενοχλημάτων και υποτροπών.
Στην οξεία εκκολπωματίτιδα, η αντιμετώπιση εξατομικεύεται. Ήπια επεισόδια σε σταθερούς ασθενείς μπορεί να αντιμετωπιστούν χωρίς νοσηλεία, με οδηγίες διατροφής, ενυδάτωση, αναλγησία και στενή ιατρική παρακολούθηση.
Η αντιβίωση δεν είναι πάντα απαραίτητη σε κάθε ήπια, μη επιπλεγμένη περίπτωση. Χορηγείται όταν υπάρχουν έντονα συμπτώματα, υψηλοί δείκτες φλεγμονής, συνοδά νοσήματα, ανοσοκαταστολή ή ευρήματα επιπλοκής στην αξονική.
Σε πιο σοβαρά επεισόδια μπορεί να χρειαστεί νοσηλεία, ενδοφλέβια υγρά, αντιβίωση, παρακολούθηση και, όταν υπάρχει απόστημα, πιθανή παροχέτευση υπό ακτινολογική καθοδήγηση.
Πότε χρειάζεται χειρουργείο;
Το χειρουργείο δεν χρειάζεται σε κάθε ασθενή με εκκολπωματίτιδα. Η απόφαση δεν πρέπει να βασίζεται μόνο στον αριθμό των επεισοδίων, αλλά στη βαρύτητα της νόσου, στα ευρήματα της αξονικής, στη γενική κατάσταση του ασθενούς και στο πόσο επηρεάζεται η ποιότητα ζωής του.
Χειρουργική αντιμετώπιση μπορεί να συζητηθεί στις παρακάτω περιπτώσεις:
- Επανειλημμένα επεισόδια οξείας εκκολπωματίτιδας που επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής.
- Επιπλεγμένη εκκολπωματίτιδα με απόστημα, συρίγγιο, στένωση ή ύποπτη/επικείμενη διάτρηση.
- Στένωση του εντέρου, ιδιαίτερα όταν δεν μπορεί να αποκλειστεί με ασφάλεια άλλη πάθηση.
- Αποτυχία συντηρητικής αγωγής, με συνεχιζόμενο πόνο, πυρετό ή φλεγμονή.
- Σοβαρή ανοσοκαταστολή ή υψηλός κίνδυνος βαριάς επιπλοκής σε νέο επεισόδιο.
- Ανάγκη προγραμματισμένης και ασφαλέστερης αντιμετώπισης, όταν υπάρχει σαφής ένδειξη για λαπαροσκοπική ή ρομποτική σιγμοειδεκτομή.
Χειρουργικές επιλογές σε επιλεγμένους ασθενείς με εκκολπωματίτιδα
Όταν η εκκολπωματίτιδα είναι επιπλεγμένη, υποτροπιάζει ή επηρεάζει σημαντικά την ποιότητα ζωής, μπορεί να συζητηθεί χειρουργική αντιμετώπιση μετά από πλήρη προεγχειρητικό έλεγχο.
Χειρουργική αντιμετώπιση – λαπαροσκοπική κολεκτομή και σιγμοειδεκτομή
Όταν υπάρχει ένδειξη για χειρουργείο, η επέμβαση αφορά συνήθως την αφαίρεση του πάσχοντος τμήματος του εντέρου. Στην εκκολπωματίτιδα το τμήμα αυτό είναι συχνότερα το σιγμοειδές, γι’ αυτό η επέμβαση ονομάζεται σιγμοειδεκτομή.
Πριν από μια προγραμματισμένη επέμβαση γίνεται προεγχειρητικός έλεγχος, που μπορεί να περιλαμβάνει αξονική τομογραφία, κολονοσκόπηση μετά την υποχώρηση της φλεγμονής και γενική αξιολόγηση του ασθενούς. Ο στόχος είναι να καθοριστεί με ακρίβεια η έκταση της νόσου και το τμήμα που πρέπει να αφαιρεθεί.
Η επέμβαση μπορεί να γίνει λαπαροσκοπικά, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν. Με τη λαπαροσκοπική τεχνική η επέμβαση πραγματοποιείται μέσα από μικρές τομές, με ειδικά εργαλεία και κάμερα, ώστε να περιορίζεται το χειρουργικό τραύμα.
Σε ορισμένους ασθενείς, ιδιαίτερα σε πιο σύνθετα ή υποτροπιάζοντα περιστατικά, μπορεί να συζητηθεί και η ρομποτική σιγμοειδεκτομή. Η επιλογή τεχνικής γίνεται εξατομικευμένα, ανάλογα με τη βαρύτητα της φλεγμονής, το ιστορικό προηγούμενων επεισοδίων, τις συμφύσεις και την εμπειρία της χειρουργικής ομάδας.
Επιπλοκές της εκκολπωματίτιδας
Η εκκολπωματίτιδα μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να επιπλακεί. Οι συχνότερες σοβαρές επιπλοκές είναι το απόστημα, η διάτρηση, η περιτονίτιδα, το συρίγγιο, η στένωση του εντέρου και η αιμορραγία.
Σε μικρότερα αποστήματα μπορεί να αρκεί η συντηρητική αντιμετώπιση με αντιβίωση και παρακολούθηση. Σε μεγαλύτερα αποστήματα μπορεί να χρειαστεί παροχέτευση υπό ακτινολογική καθοδήγηση.
Σε σοβαρές επιπλοκές, όπως ελεύθερη διάτρηση, γενικευμένη περιτονίτιδα ή μη ελεγχόμενη κατάσταση, μπορεί να απαιτηθεί επείγουσα χειρουργική επέμβαση. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί προσωρινή στομία, ανάλογα με τη βαρύτητα της φλεγμονής και τη γενική κατάσταση του ασθενούς.
Πλεονεκτήματα της ελάχιστα επεμβατικής προσέγγισης
Η λαπαροσκοπική προσέγγιση, όταν είναι εφικτή, μπορεί να συνδυάζεται με μικρότερες τομές, μικρότερο χειρουργικό τραύμα, λιγότερο μετεγχειρητικό πόνο, ταχύτερη κινητοποίηση και συντομότερη νοσηλεία σε σχέση με την ανοικτή επέμβαση.
Δεν είναι όμως όλες οι περιπτώσεις ίδιες. Σε έντονη φλεγμονή, εκτεταμένες συμφύσεις, διάτρηση ή σοβαρή επιπλοκή, η χειρουργική στρατηγική προσαρμόζεται στα ευρήματα και στην ασφάλεια του ασθενούς.
Η τελική επιλογή ανάμεσα σε λαπαροσκοπική, ρομποτική ή ανοικτή προσέγγιση γίνεται μετά από πλήρη αξιολόγηση.
Η θέση της ρομποτικής επέμβασης
Η ρομποτική χειρουργική μπορεί να έχει θέση στην αντιμετώπιση της εκκολπωματίτιδας, κυρίως σε επιλεγμένους ασθενείς με σύνθετη ή υποτροπιάζουσα νόσο.
Το τρισδιάστατο οπτικό πεδίο, η σταθερότητα της εικόνας και τα αρθρωτά εργαλεία μπορούν να βοηθήσουν τον χειρουργό σε απαιτητικά περιστατικά, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν συμφύσεις, έντονη φλεγμονή ή ανάγκη για λεπτομερή παρασκευή στην πύελο.
Για τον ασθενή, η ρομποτική προσέγγιση δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως λύση για όλους, αλλά ως μία σύγχρονη τεχνική που μπορεί να συζητηθεί όταν υπάρχει σαφής ένδειξη και όταν η επέμβαση πραγματοποιείται από εξειδικευμένη ομάδα με εμπειρία στη χειρουργική του παχέος εντέρου.
Ανάρρωση μετά από σιγμοειδεκτομή
Η ανάρρωση μετά από σιγμοειδεκτομή εξαρτάται από το είδος της επέμβασης, τη βαρύτητα της φλεγμονής, τη γενική κατάσταση του ασθενούς και το αν η επέμβαση έγινε προγραμματισμένα ή επειγόντως.
Σε προγραμματισμένες ελάχιστα επεμβατικές επεμβάσεις, ο ασθενής συνήθως κινητοποιείται νωρίς, η σίτιση επανέρχεται σταδιακά και η έξοδος από το νοσοκομείο γίνεται όταν υπάρχει καλή κλινική εικόνα, έλεγχος του πόνου και ασφαλής λειτουργία του εντέρου.
Η επιστροφή στις καθημερινές δραστηριότητες γίνεται σταδιακά, σύμφωνα με τις οδηγίες του χειρουργού. Η βαριά άσκηση και η άρση βάρους αποφεύγονται για το χρονικό διάστημα που θα οριστεί εξατομικευμένα.
Διατροφή και πρόληψη νέου επεισοδίου
Μετά την υποχώρηση της οξείας φλεγμονής, η διατροφή παίζει σημαντικό ρόλο στη γενική υγεία του εντέρου. Συνήθως συστήνεται σταδιακή επιστροφή σε ισορροπημένη διατροφή με επαρκείς φυτικές ίνες, καλή ενυδάτωση και αποφυγή δυσκοιλιότητας.
Σε οξεία κρίση, όμως, οι οδηγίες διατροφής μπορεί να είναι διαφορετικές και πιο περιοριστικές για λίγες ημέρες. Γι’ αυτό η διατροφή πρέπει να προσαρμόζεται στη φάση της νόσου και στις οδηγίες του γιατρού.
Η διατήρηση φυσιολογικού βάρους, η σωματική δραστηριότητα, η αποφυγή καπνίσματος και η προσεκτική χρήση αντιφλεγμονωδών φαρμάκων, όταν δεν είναι απαραίτητα, μπορεί να συμβάλλουν στη μείωση κινδύνου νέων επεισοδίων.
Γιατί να απευθυνθείτε στον Δρ. Γεώργιο Σάμπαλη
Η εκκολπωματίτιδα χρειάζεται σωστή εκτίμηση, γιατί δεν έχουν όλοι οι ασθενείς την ίδια μορφή νόσου. Άλλοι χρειάζονται απλή παρακολούθηση και συντηρητική αγωγή, ενώ άλλοι μπορεί να χρειαστούν εξειδικευμένη χειρουργική αντιμετώπιση.
Ο Δρ. Γεώργιος Σάμπαλης, Γενικός Χειρουργός – Λαπαροσκόπος, Διευθυντής Γενικής, Λαπαροσκοπικής και Ρομποτικής Χειρουργικής στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, αξιολογεί εξατομικευμένα κάθε περίπτωση, με βάση τα συμπτώματα, την αξονική τομογραφία, το ιστορικό του ασθενούς και τις πραγματικές ενδείξεις για επέμβαση.
Σε ασθενείς που χρειάζονται χειρουργείο, μπορεί να συζητηθεί η κατάλληλη τεχνική, όπως λαπαροσκοπική ή ρομποτική σιγμοειδεκτομή, με στόχο την ασφαλή αντιμετώπιση της νόσου και την οργανωμένη μετεγχειρητική παρακολούθηση.
FAQ – Συχνές ερωτήσεις
Τι είναι η εκκολπωματίτιδα και πώς διαφέρει από τα εκκολπώματα;
Τα εκκολπώματα είναι μικρές «θηκούλες» στο τοίχωμα του παχέος εντέρου και συχνά δεν προκαλούν συμπτώματα. Εκκολπωματίτιδα ονομάζεται η φλεγμονή ή λοίμωξη ενός εκκολπώματος, που μπορεί να προκαλέσει πόνο, πυρετό και τοπική φλεγμονή.
Ποια συμπτώματα πρέπει να με ανησυχήσουν;
Έντονος και επίμονος πόνος χαμηλά αριστερά στην κοιλιά, πυρετός, ρίγος, ναυτία, έμετος, «σκληρή» κοιλιά, αίμα στα κόπρανα ή αδυναμία αποβολής αερίων/κοπράνων χρειάζονται άμεση ιατρική αξιολόγηση.
Πώς γίνεται η διάγνωση της οξείας εκκολπωματίτιδας;
Η διάγνωση βασίζεται στο ιστορικό, την κλινική εξέταση, αιματολογικές εξετάσεις και κυρίως στην αξονική τομογραφία κοιλίας και πυέλου, η οποία βοηθά να εκτιμηθεί αν υπάρχει απόστημα, διάτρηση ή άλλη επιπλοκή.
Γίνεται κολονοσκόπηση στην οξεία εκκολπωματίτιδα;
Συνήθως όχι. Η κολονοσκόπηση αποφεύγεται στην οξεία φάση, γιατί το έντερο είναι φλεγμαίνον. Μπορεί να προγραμματιστεί μετά την υποχώρηση της φλεγμονής, όταν υπάρχει ένδειξη.
Χρειάζεται πάντα αντιβίωση;
Όχι πάντα. Σε ήπια, μη επιπλεγμένη εκκολπωματίτιδα, η αντιβίωση μπορεί να χορηγείται επιλεκτικά. Είναι όμως απαραίτητη σε ασθενείς με σοβαρά συμπτώματα, συνοδά νοσήματα, ανοσοκαταστολή ή επιπλοκές στην αξονική.
Πότε χρειάζεται χειρουργείο;
Χειρουργείο μπορεί να χρειαστεί σε επιπλεγμένη εκκολπωματίτιδα με απόστημα, συρίγγιο, στένωση, διάτρηση ή αποτυχία συντηρητικής αγωγής. Σε υποτροπιάζοντα επεισόδια, η απόφαση για λαπαροσκοπική ή ρομποτική σιγμοειδεκτομή εξατομικεύεται.
Τελευταία ιατρική επιμέλεια: 19/06/2026 από τον Δρ. Γεώργιος Σάμπαλης, MD, PhD
