Η παραθυρεοειδεκτομή είναι η χειρουργική επέμβαση κατά την οποία αφαιρείται ένας ή περισσότεροι παθολογικοί παραθυρεοειδείς αδένες. Εφαρμόζεται κυρίως στον πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό, όταν υπάρχει σαφής ένδειξη για χειρουργική θεραπεία, αλλά και σε επιλεγμένες περιπτώσεις δευτεροπαθούς ή τριτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού. Όταν έχει εντοπιστεί ένα μονήρες αδένωμα, μπορεί να πραγματοποιηθεί στοχευμένη ή ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή, ενώ σε πολυαδενική νόσο ή όταν ο εντοπισμός δεν είναι σαφής μπορεί να απαιτηθεί ευρύτερη διερεύνηση των παραθυρεοειδών αδένων.
Η επιλογή της κατάλληλης τεχνικής βασίζεται στη βιοχημική διάγνωση, στα απεικονιστικά ευρήματα, στο ιστορικό του ασθενούς και στην πιθανότητα μονήρους ή πολυαδενικής νόσου.
Πότε χρειάζεται παραθυρεοειδεκτομή
Στον πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό, η χειρουργική θεραπεία συνιστάται ιδιαίτερα όταν υπάρχουν συμπτώματα ή βλάβες οργάνων-στόχων. Η απόφαση δεν βασίζεται μόνο στο επίπεδο της παραθορμόνης αλλά στη συνολική κλινική και εργαστηριακή εικόνα.
Ενδείξεις που μπορεί να οδηγήσουν σε παραθυρεοειδεκτομή είναι:
- νεφρολιθίαση ή νεφρασβέστωση,
- οστεοπόρωση ή κάταγμα ευθραυστότητας,
- σημαντική αύξηση του ασβεστίου του αίματος,
- μείωση της νεφρικής λειτουργίας,
- σημαντική υπερασβεστιουρία,
- ηλικία κάτω των 50 ετών σε επιβεβαιωμένο πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό,
- καθώς και άλλες περιπτώσεις στις οποίες, μετά από εξατομικευμένη αξιολόγηση, η χειρουργική θεραπεία θεωρείται η καταλληλότερη επιλογή.
Σε δευτεροπαθή ή τριτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό, συνήθως στο πλαίσιο χρόνιας νεφρικής νόσου, η χειρουργική ένδειξη ακολουθεί διαφορετικά κριτήρια και τίθεται σε συνεργασία με τον θεράποντα νεφρολόγο ή ενδοκρινολόγο.
Για αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία των παραθυρεοειδών, τον υπερπαραθυρεοειδισμό και τη διάγνωσή του, μπορείτε να διαβάσετε τη σελίδα Παραθυρεοειδείς και παθήσεις αυτών. Αν έχει ήδη διαγνωστεί συγκεκριμένη βλάβη, δείτε επίσης τι είναι και πώς αντιμετωπίζεται το αδένωμα παραθυρεοειδούς.
Προεγχειρητικός έλεγχος: τι επιβεβαιώνει τη διάγνωση και τι οργανώνει την επέμβαση
Ο προεγχειρητικός έλεγχος πριν από μια παραθυρεοειδεκτομή έχει δύο διαφορετικούς στόχους: πρώτον, να επιβεβαιώσει ότι υπάρχει πραγματικά υπερπαραθυρεοειδισμός και ότι έχει τεθεί σωστά η ένδειξη για χειρουργική θεραπεία και, δεύτερον, να εντοπίσει όσο το δυνατόν ακριβέστερα τον παθολογικό παραθυρεοειδή αδένα ώστε να σχεδιαστεί η κατάλληλη χειρουργική προσέγγιση.
Η διάγνωση του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού είναι βιοχημική και δεν τίθεται από το υπερηχογράφημα, το σπινθηρογράφημα ή κάποια άλλη απεικονιστική εξέταση.
Επιβεβαίωση της διάγνωσης
Ο εργαστηριακός έλεγχος βασίζεται κυρίως στη συνεκτίμηση του ασβεστίου του αίματος και της παραθορμόνης (PTH). Ανάλογα με το περιστατικό αξιολογούνται επίσης η 25-OH βιταμίνη D, ο φώσφορος, η κρεατινίνη και η νεφρική λειτουργία.
Σε ασθενείς με πιθανό πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό μπορεί να χρειαστεί και έλεγχος της αποβολής ασβεστίου στα ούρα, συνήθως με συλλογή ούρων 24ώρου ή άλλο κατάλληλο δείκτη ασβεστίου/κρεατινίνης.
Ο έλεγχος αυτός έχει ιδιαίτερη σημασία όταν πρέπει να διαφοροποιηθεί ο πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός από την οικογενή υπασβεστιουρική υπερασβεστιαιμία (Familial Hypocalciuric Hypercalcaemia – FHH). Η FHH είναι διαφορετική κατάσταση, μπορεί να εμφανίζει αυξημένο ασβέστιο με μη κατασταλμένη PTH και συνήθως δεν αντιμετωπίζεται με παραθυρεοειδεκτομή.
Η σωστή διάγνωση επομένως πρέπει να προηγείται της προσπάθειας εντοπισμού του αδένα.
Έλεγχος οστών και νεφρών
Ο πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός μπορεί να επηρεάσει τόσο τον σκελετό όσο και τους νεφρούς, γι’ αυτό ο προεγχειρητικός έλεγχος δεν περιορίζεται στις εξετάσεις αίματος.
Ανάλογα με το ιστορικό και τα εργαστηριακά ευρήματα μπορεί να περιλαμβάνει:
- μέτρηση οστικής πυκνότητας (DXA) για την αξιολόγηση οστεοπενίας ή οστεοπόρωσης,
- έλεγχο για σπονδυλικά ή άλλα κατάγματα ευθραυστότητας, όταν υπάρχει σχετική ένδειξη,
- εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας,
- έλεγχο του ουροποιητικού για νεφρολιθίαση ή νεφρασβέστωση,
- και μέτρηση της αποβολής ασβεστίου στα ούρα όταν απαιτείται.
Τα στοιχεία αυτά βοηθούν τόσο στην εκτίμηση της βαρύτητας της νόσου όσο και στην απόφαση για το αν υπάρχει σαφής ένδειξη χειρουργικής θεραπείας.
Απεικόνιση και εντοπισμός του παθολογικού παραθυρεοειδούς
Αφού επιβεβαιωθεί η διάγνωση και αποφασιστεί ότι ο ασθενής είναι υποψήφιος για χειρουργική θεραπεία, ακολουθεί ο προεγχειρητικός εντοπισμός (localization) του παθολογικού αδένα.
Οι απεικονιστικές εξετάσεις δεν χρησιμοποιούνται για να επιβεβαιώσουν ή να αποκλείσουν τον υπερπαραθυρεοειδισμό. Σκοπός τους είναι να βοηθήσουν τον χειρουργό να γνωρίζει πού πιθανότατα βρίσκεται ο παθολογικός αδένας και να επιλέξει ανάμεσα σε μια στοχευμένη παραθυρεοειδεκτομή και μια ευρύτερη διερεύνηση των παραθυρεοειδών.
Οι συχνότερα χρησιμοποιούμενες μέθοδοι είναι:
- Υπερηχογράφημα τραχήλου υψηλής ευκρίνειας, το οποίο μπορεί να εντοπίσει έναν διογκωμένο παραθυρεοειδή και ταυτόχρονα να αξιολογήσει τυχόν συνυπάρχουσα παθολογία του θυρεοειδούς.
- Σπινθηρογράφημα παραθυρεοειδών με technetium-99m sestamibi, συχνά σε συνδυασμό με SPECT ή SPECT/CT, το οποίο παρέχει λειτουργικές και ανατομικές πληροφορίες για τον εντοπισμό του υπερλειτουργικού αδένα.
- Σε επιλεγμένα περιστατικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί 4D-CT, ιδιαίτερα όταν ο εντοπισμός είναι δύσκολος, όταν υπάρχει υποψία έκτοπου παραθυρεοειδούς ή σε περιπτώσεις επανεπέμβασης. Η χρήση του αποφασίζεται εξατομικευμένα, λαμβάνοντας υπόψη και την έκθεση σε ιονίζουσα ακτινοβολία.
Δεν υπάρχει μία υποχρεωτική ακολουθία απεικονιστικών εξετάσεων κατάλληλη για όλους τους ασθενείς. Το υπερηχογράφημα και το sestamibi/SPECT-CT αποτελούν τις συνηθέστερες βασικές εξετάσεις, ενώ η ακριβής επιλογή και σειρά τους εξαρτάται από το περιστατικό, την εμπειρία του κέντρου και τον σχεδιαζόμενο τύπο επέμβασης.
Τι σημαίνει αν οι εξετάσεις εντοπισμού είναι αρνητικές ή ασύμφωνες;
Μια αρνητική απεικονιστική εξέταση δεν αποκλείει τον πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό και δεν σημαίνει από μόνη της ότι ο ασθενής δεν μπορεί να χειρουργηθεί.
Εάν το υπερηχογράφημα και το sestamibi δεν εντοπίζουν τον ίδιο αδένα, είναι αρνητικά ή δίνουν αντικρουόμενα αποτελέσματα, η κατάλληλη στρατηγική εξαρτάται από το συγκεκριμένο περιστατικό. Δεν είναι πάντοτε χρήσιμη η συνεχής επανάληψη πολλών παρόμοιων εξετάσεων χωρίς σαφή στόχο.
Σε αυτές τις περιπτώσεις έχει ιδιαίτερη σημασία η αξιολόγηση από χειρουργό με εμπειρία στη χειρουργική των παραθυρεοειδών, ο οποίος μπορεί να αποφασίσει αν χρειάζεται πρόσθετη εξειδικευμένη απεικόνιση ή αν είναι προτιμότερη η αμφοτερόπλευρη διερεύνηση του τραχήλου και των τεσσάρων παραθυρεοειδών αδένων.
Αντίθετα, όταν οι προεγχειρητικές εξετάσεις εντοπίζουν με επαρκή αξιοπιστία έναν μονήρη παθολογικό αδένα και η συνολική εικόνα είναι συμβατή με νόσο ενός αδένα, μπορεί να σχεδιαστεί στοχευμένη ή ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή.
Ο σωστός προεγχειρητικός σχεδιασμός επομένως δεν έχει ως στόχο απλώς να «βρεθεί ένα αδένωμα», αλλά να συνδυαστούν η βιοχημική διάγνωση, η κατάσταση των οστών και των νεφρών, η απεικόνιση και η πιθανότητα μονήρους ή πολυαδενικής νόσου, ώστε να επιλεγεί η καταλληλότερη χειρουργική στρατηγική για κάθε ασθενή.
Πώς γίνεται η παραθυρεοειδεκτομή
Η παραθυρεοειδεκτομή πραγματοποιείται συνήθως υπό γενική αναισθησία μέσω μικρής τομής στον τράχηλο. Η έκταση της προσπέλασης εξαρτάται από το αν έχει εντοπιστεί ένας συγκεκριμένος παθολογικός αδένας ή υπάρχει πιθανότητα πολυαδενικής νόσου.
Ο χειρουργός αναγνωρίζει τις σημαντικές ανατομικές δομές του τραχήλου και τον παθολογικό παραθυρεοειδή αδένα και προχωρά στην αφαίρεσή του. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στην προστασία του παλίνδρομου λαρυγγικού νεύρου, το οποίο ελέγχει την κινητικότητα των φωνητικών χορδών.
Σε επιλεγμένες επεμβάσεις μπορεί να χρησιμοποιείται ενδοεγχειρητική μέτρηση της PTH, ώστε η πτώση της παραθορμόνης μετά την αφαίρεση να προσφέρει πρόσθετη πληροφορία για την επάρκεια της επέμβασης.
Μετά την ολοκλήρωση γίνεται προσεκτικός έλεγχος αιμόστασης και σύγκλειση της τομής. Η μετεγχειρητική παρακολούθηση επικεντρώνεται κυρίως στα επίπεδα ασβεστίου και PTH, καθώς και στην κλινική κατάσταση του ασθενούς.
Η διεθνής βιβλιογραφία υποστηρίζει τόσο focused όσο και bilateral approaches ανάλογα με την απεικόνιση και την πιθανότητα πολυαδενικής νόσου.
Χειρουργικές τεχνικές: τι σημαίνουν στην πράξη
1) Εστιασμένη/ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή (focused / minimally invasive)
Όταν υπάρχει ισχυρή ένδειξη μονήρους αδενώματος, ο χειρουργός μπορεί να προχωρήσει σε μικρή τομή και στοχευμένη αφαίρεση του παθολογικού αδένα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ενδοεγχειρητική μέτρηση PTH μπορεί να βοηθήσει να επιβεβαιωθεί σε “real time” ότι η υπερέκκριση έχει υποχωρήσει μετά την αφαίρεση. Οι οδηγίες της American Association of Endocrine Surgeons (AAES) υποστηρίζουν τη χρήση αξιόπιστου πρωτοκόλλου ενδοεγχειρητικού PTH monitoring σε ελάχιστα επεμβατικές επεμβάσεις.
2) Διερεύνηση τραχήλου (bilateral neck exploration)
Όταν υπάρχει υποψία πολυαδενικής νόσου, μη σαφής εντοπισμός ή ειδικές συνθήκες, μπορεί να απαιτηθεί συστηματικότερη διερεύνηση και έλεγχος περισσότερων αδένων.
3) Υπερπλασία/δευτεροπαθής–τριτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός
Σε επιλεγμένους ασθενείς εφαρμόζονται τεχνικές όπως:
- υποολική παραθυρεοειδεκτομή (αφήνεται μικρό τμήμα),
- ή ολική παραθυρεοειδεκτομή με αυτομεταμόσχευση (π.χ. σε μυϊκό ιστό),
με στόχο να ελεγχθεί η PTH χωρίς να προκληθεί μόνιμος υποπαραθυρεοειδισμός.
4) Επανεπέμβαση (reoperative parathyroidectomy)
Είναι ξεχωριστό κεφάλαιο: απαιτεί εμπειρία, προσεκτικό επανέλεγχο εντοπισμού και συχνά αξιοποίηση ενδοεγχειρητικών εργαλείων. Οι κατευθυντήριες τονίζουν αξιολόγηση από έμπειρο χειρουργό παραθυρεοειδών και ότι η ενδοεγχειρητική PTH μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη.
Πιθανές επιπλοκές και τι παρακολουθούμε
Καμία επέμβαση δεν είναι «χωρίς ρίσκο». Οι συχνότερες/σημαντικότερες επιπλοκές που συζητάμε προεγχειρητικά είναι:
- Υποασβεστιαιμία (παροδική ή σπανιότερα παρατεταμένη): μπορεί να εμφανιστεί μούδιασμα, «μυρμήγκιασμα» στα χείλη/δάκτυλα, κράμπες.
- Hungry Bone Syndrome (Σύνδρομο “πεινασμένου οστού”): πιο έντονη και παρατεταμένη υποασβεστιαιμία σε ασθενείς με υψηλό οστικό turnover πριν το χειρουργείο· απαιτεί στενή παρακολούθηση και επιθετική αναπλήρωση ασβεστίου/ενεργού βιταμίνης D.
- Βλάβη λαρυγγικών νεύρων (βράγχος φωνής), συνήθως παροδική αλλά σπάνια μπορεί να είναι επίμονη.
- Αιμάτωμα/αιμορραγία τραχήλου (σπάνιο αλλά επείγον όταν συμβεί).
- Επιμένουσα ή υποτροπιάζουσα νόσος (ιδίως σε πολυαδενική νόσο ή σε επανεπέμβαση).
Νοσηλεία και ανάρρωση μετά την παραθυρεοειδεκτομή
Σε επιλεγμένους ασθενείς η παραθυρεοειδεκτομή μπορεί να πραγματοποιηθεί με βραχεία νοσηλεία ή και ημερήσια νοσηλεία, ενώ άλλοι ασθενείς χρειάζονται παραμονή μέχρι την επόμενη ημέρα. Αυτό εξαρτάται από την έκταση της επέμβασης, τη συνολική κατάσταση του ασθενούς και κυρίως από τη μετεγχειρητική πορεία του ασβεστίου.
Η κινητοποίηση και η λήψη τροφής συνήθως αρχίζουν γρήγορα μετά την επέμβαση. Πολλοί ασθενείς μπορούν να επιστρέψουν σχετικά σύντομα σε ήπιες καθημερινές δραστηριότητες, ενώ η επιστροφή σε έντονη άσκηση ή βαριά εργασία καθορίζεται εξατομικευμένα από τον χειρουργό.
Τις πρώτες ημέρες έχει ιδιαίτερη σημασία η αναγνώριση συμπτωμάτων υποασβεστιαιμίας, όπως μούδιασμα γύρω από το στόμα, μυρμήγκιασμα στα δάκτυλα ή μυϊκές κράμπες.
Η same-day ή overnight νοσηλεία είναι καθιερωμένη σε επιλεγμένους ασθενείς σε μεγάλα endocrine-surgery centers.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ανάρρωση είναι γρήγορη και η τομή μικρή. Αυτό που έχει πρακτική σημασία είναι η εργαστηριακή παρακολούθηση:
- ασβέστιο (ολικό/ιονισμένο ανά περίπτωση),
- PTH,
- μαγνήσιο/φώσφορος όπου χρειάζεται,
- και η ρύθμιση ασβεστίου + βιταμίνης D όταν υπάρχει τάση για υποασβεστιαιμία.
Πότε θέλει άμεση επικοινωνία/έλεγχο: δυσκολία στην αναπνοή, ταχεία διόγκωση/τάση στον τράχηλο, έντονες κράμπες/παραισθησίες που επιδεινώνονται, επίμονη βραχνάδα.
Μια χρήσιμη κλινική λεπτομέρεια που συχνά παραβλέπεται
Η κατάσταση της βιταμίνης D πριν την επέμβαση και η συνολική «οστική επιβάρυνση» (π.χ. βαριά οστική νόσος) επηρεάζουν σημαντικά το πόσο πιθανή/έντονη θα είναι η μετεγχειρητική υποασβεστιαιμία ή το hungry bone syndrome — άρα επηρεάζουν και το πλάνο αναπλήρωσης και παρακολούθησης.
FAQ – Συχνές Ερωτήσεις
Χρειάζεται πάντα χειρουργείο όταν είναι αυξημένη η PTH;
Όχι. Η αυξημένη PTH πρέπει να αξιολογείται σε συνδυασμό με το ασβέστιο, τη βιταμίνη D, τη νεφρική λειτουργία και τη συνολική κλινική εικόνα. Η ένδειξη για παραθυρεοειδεκτομή τίθεται μετά από επιβεβαίωση της διάγνωσης και αξιολόγηση των σχετικών κριτηρίων.
Χρειάζεται πάντα σπινθηρογράφημα sestamibi πριν από την παραθυρεοειδεκτομή;
Όχι απαραίτητα. Η απεικόνιση χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό του παθολογικού αδένα και τον σχεδιασμό της επέμβασης και όχι για να θέσει από μόνη της τη διάγνωση. Η επιλογή των εξετάσεων εξαρτάται από το περιστατικό.
Τι είναι η στοχευμένη ή ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή;
Είναι επέμβαση περιορισμένης χειρουργικής προσπέλασης όταν ο υπεύθυνος παραθυρεοειδής αδένας έχει εντοπιστεί με επαρκή αξιοπιστία πριν από το χειρουργείο.
Γιατί μπορεί να πέσει το ασβέστιο μετά την επέμβαση;
Μετά την αφαίρεση του υπερλειτουργικού παραθυρεοειδούς μπορεί να παρουσιαστεί παροδική υποασβεστιαιμία. Σε ασθενείς με έντονη οστική νόσο μπορεί να εμφανιστεί πιο παρατεταμένη πτώση του ασβεστίου, γνωστή ως hungry bone syndrome.
Πότε μπορώ να επιστρέψω στις καθημερινές δραστηριότητες;
Η κινητοποίηση είναι συνήθως γρήγορη και πολλοί ασθενείς επιστρέφουν σύντομα σε ήπιες καθημερινές δραστηριότητες. Η πλήρης επάνοδος εξαρτάται από την έκταση της επέμβασης, την εργασία του ασθενούς και τη μετεγχειρητική πορεία του ασβεστίου.
Επιστημονικές πηγές
Bilezikian JP, Khan AA, Silverberg SJ, et al. Evaluation and Management of Primary Hyperparathyroidism: Summary Statement and Guidelines from the Fifth International Workshop. Journal of Bone and Mineral Research. 2022;37(11):2293–2314.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/36245251/
Wilhelm SM, Wang TS, Ruan DT, et al. The American Association of Endocrine Surgeons Guidelines for Definitive Management of Primary Hyperparathyroidism. JAMA Surgery. 2016;151(10):959–968.
https://jamanetwork.com/journals/jamasurgery/fullarticle/2542667
National Institute for Health and Care Excellence (NICE). Hyperparathyroidism (primary): diagnosis, assessment and initial management. NICE Guideline NG132.
https://www.nice.org.uk/guidance/ng132/chapter/Recommendations
Bollerslev J, Rejnmark L, Zahn A, et al. European expert consensus on practical management of specific aspects of parathyroid disorders in adults and in pregnancy: recommendations of the ESE Educational Program of Parathyroid Disorders (PARAT 2021). European Journal of Endocrinology. 2022;186(2):R33–R63.
https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC8789028/
Τελευταία ιατρική επιμέλεια: 29/08/2026 από τον Δρ. Γεώργιος Σάμπαλης, MD, PhD
